Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

Τα σύμβολα που έγιναν εμπόριο

Πολύς λόγος έγινε μεσοβδόμαδα για την επίσημη παρουσίαση των εμφανίσεων του Παναθηναϊκού για τη νέα σεζόν. Πολλοί, μάλιστα, δήλωσαν απερίφραστα ότι προτιμούν την… τρίτη εμφάνιση, τη μαύρη, αυτή που υπό κανονικές συνθήκες θα φορεθεί από την ομάδα τις λιγότερες φορές. Έτσι προέκυψε η έρευνα για την περίφημη «τρίτη εμφάνιση». Κάτι περιττό, το οποίο όμως έχει γίνει απαραίτητο «αξεσουάρ» στον κόσμο του ποδοσφαίρου.

Οι περισσότερες ομάδες φτιάχνουν τις εμφανίσεις τους με παραλλαγές των χρωμάτων που έχουν στο σύμβολό τους. Έτσι λέει ο κανόνας, ακόμα και σε ομάδες που δεν χρησιμοποιούν το λευκό (απόλυτο ανοιχτό χρώμα) ή το μαύρο (απόλυτο σκούρο), να έχουν μια «ανοιχτή» εμφάνιση και μια πιο «σκούρα». Ακόμα κι αν παίζουν με ομάδα που έχει τα ίδια ακριβώς χρώματα, μια συνεννόηση μεταξύ τους ώστε να φορέσουν διαφορετικές εμφανίσεις είναι αρκετή για να μην υπάρξει πρόβλημα.

Η έννοια της τρίτης εμφάνισης θεσπίστηκε πρώτα στο επαγγελματικό πρωτάθλημα μπέιζμπολ των ΗΠΑ. Εκεί υπάρχει μεν ο άγραφος κανόνας του «λευκού γηπεδούχου», δηλαδή η γηπεδούχος ομάδα να χρησιμοποιεί τις πιο ανοιχτόχρωμες εμφανίσεις της, συνήθως λευκές. Υπάρχει, όμως, κανονισμός που τονίζει ότι σε περίπτωση που οι δύο ομάδες φοράνε τα ίδια χρώματα, η γηπεδούχος υποχρεούται να έχει και μια εμφάνιση ολότελα διαφορετικού χρώματος, ώστε να μην μπερδεύονται οι θεατές.

Οι Αμερικάνοι, γνωστά τσακάλια του μάρκετινγκ, μπήκαν από νωρίς στο κόλπο. Η τρίτη εμφάνιση έκανε την παρουσία της και στο αμερικάνικο ποδόσφαιρο, αλλά και στο χόκεϊ επί πάγου, τα σπορ που πουλάνε τις περισσότερες φανέλες στις ΗΠΑ. Με τον καιρό το μέτρο επεκτάθηκε και στον κολλεγιακό αθλητισμό, σε τέτοιο επίπεδο που τώρα κάθε πανεπιστημιακή αθλητική ομάδα δηλώνει τρία επίσημα χρώματα κι όχι δύο!

Άλλη μέσα, άλλη έξω

Στο μπάσκετ και το ΝΒΑ το… φρούτο είναι σχετικά νέο. Μόλις πριν από 15 χρόνια άρχισαν οι ομάδες να χρησιμοποιούν τρίτες εμφανίσεις. Μέχρι τότε εφαρμοζόταν και ο κανόνας της… εναλλαγής ονόματος. Οι Μιλγουόκι Μπακς π.χ. του Γιάννη Αντετοκούμπο στα εντός έδρας παιχνίδια τους φορούσαν την ανοιχτόχρωμη εμφάνιση που έγραφε «Μπακς» και στα εκτός έδρας τη σκουρόχρωμη που έγραφε «Μιλγουόκι»! Αυτό εφαρμόζεται και σήμερα από αρκετές ομάδες, αλλά δεν είναι απαραίτητο.

Στο ποδόσφαιρο η τρίτη φανέλα έχει τις ρίζες της στην Αγγλία, τη χώρα που πρωτοπαίχθηκε επαγγελματικό ποδόσφαιρο και άρχισε να εμπορευματοποιεί το ποδόσφαιρο. Αν παρατηρήσετε τα χρώματα των αγγλικών ομάδων, θα δείτε ότι τις περισσότερες φορές η πρώτη εμφάνιση δεν έχει καμία σχέση ούτε καν με τη δεύτερη π.χ. η Άρσεναλ έχει παραδοσιακά ως πρώτη εμφάνιση αυτή με τις κόκκινες φανέλες με τα λευκά μανίκια και ως δεύτερη κίτρινη φανέλα με μπλε σορτσάκι.

Οι τρίτες εμφανίσεις λειτούργησαν περισσότερο ως σύμβολα. Οι ομάδες υιοθέτησαν τα χρώματα της πόλης τους ή του πρώτου συλλόγου, από τον οποίο δημιουργήθηκαν. Κάποιες προτίμησαν σκούρες εμφανίσεις (μαύρες ή μελιτζανί) που τις φορούσαν μόνο σε ένδειξη πένθους. Σε κάθε περίπτωση, η τρίτη εμφάνιση δεν ήταν κάποια που απλά εναλλασσόταν με τις άλλες δύο. Κάτι συμβόλιζε, γι’ αυτό χρησιμοποιούνταν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.

Ο εθνικισμός στην Ισπανία 

Σε κάθε χώρα η Τρίτη εμφάνιση είχε μια συγκεκριμένη λογική. Στην Ισπανία π.χ. πολλές ομάδες που συνδέθηκαν με τον τοπικό εθνικισμό έβαλαν τα χρώματα της τοπικής περιφερειακής σημαίας στην εμφάνισή τους, κι ας μην ταίριαζαν καθόλου με αυτά του εμβλήματός τους. Έτσι είδαμε π.χ. τη Μπαρτσελόνα με τις κίτρινες και κόκκινες εμφανίσεις της Καταλωνίας ή την Αθλέτικ Μπιλμπάο με τις πράσινες της «Ικουρίνια» και τη Βαλένθια με τις κίτρινες, κόκκινες και μπλε της τοπικής σημαίας.

Στην Ελλάδα η τρίτη εμφάνιση είναι κάτι τελείως εμπορικό. Κάποιες ομάδες προσπάθησαν να συνδέσουν την επιλογή τους με σύμβολα (η ΑΕΚ π.χ. προτίμησε το μπορντό στις τρίτες εμφανίσεις της ως χρώμα της σημαίας του οικουμενικού πατριαρχείου), αλλά ο κανόνας είναι να αφήνεται η πρωτοβουλία στις εταιρείες ρουχισμού να κάνουν προτάσεις και ανάλογα να λαμβάνονται αποφάσεις.
Τις περισσότερες φορές, μάλιστα, το χρώμα της τρίτης εμφάνισης είναι κάτι απολύτως φανταχτερό, που επιδιώκεται να έχει μόνο εμπορική αξία, να πουληθούν περισσότερες φανέλας. Γι’ αυτό και οι ομάδες αλλάζουν κάθε χρόνο τις φανέλες τους, προσβλέποντας σε όλο και περισσότερα έσοδα όχι μόνο από τους φανατικούς οπαδούς τους, αλλά και από τους συλλέκτες.

Αργύρης Παγαρτάνης 
(Δημοσιεύτηκε στη Live Sport της Κυριακής)